ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
«Μικρούλα μου κοίτα με στα μάτια και πάρε μια απόφαση.Δεν θα περιμενω ακόμα για πολύ!Τ’ακούς?Νερό είναι ο χρόνος και κυλάει ανάμεσα στα δάχτυλα σου.Η τελευταία σταγόνα πλησιάζει,μ’ακούς αγαπούλα?»
Ο άγνωστος άντρας απομακρύνθηκε μέσα στο σκοτάδι και ξαφνικά άρχισε να βρέχει.Οι σταγόνες κυλούσαν στο προσωπό της μαζί με τα δακρυά της...Δάκρυα χαρμολύπης...Λύπης γιατί ο άντρας έφευγε, χαράς γιατί είχε νιώσει μέσα της...Και το να αισθάνεσαι είναι γιορτή...Η αντίστροφη μέτρηση όμως είχε αρχίσει.
Ντριννννν........
Το ξυπνητήρι χτυπούσε μανιασμένα.Η Ελπίδα έτριψε τα μάτια της και μεταφέρθηκε από την χώρα του ονείρου στην κρύα πραγματικότητα.Και πραγματικά ήταν πολύ κρύα.Αρχές Ιανουαρίου και το χιονόνερο έκανε ακόμα και ανάσες να παγώσουν.
- Θεούλη μου,γιατί πρέπει να ξυπνάω τέτοιες βάρβαρες ώρες?-άρχισε να μουρμουράει.
Αλλά έπρεπε να σηκωθεί από το κρεββάτι της και γρήγορα αλλιώς θα αργούσε ...
Μπήκε στο μπάνιο,και μηχανικά άρχισε να ετοιμάζεται...Κινήσεις που έκανε κάθε μέρα τα τελευταία 20 χρόνια.Ντύθηκε και αφησε πίσω της το μικρό δυαράκι της οδού Πουλχερίας στα Εξάρχεια.Δύο χρόνια στην Αθήνα έκανε αυτή την διαδρομή καθημερινα.Δούλευε σε ένα μικρό βιβλιοπωλείο της οδού Σολωμού και έτσι οι γκρίζοι δρόμοι της Αθήνας ήταν το σκηνικό της ζωής της, η επιλογή της στο κάτω-κάτω ...
Οι γονείς της αντίθετοι με τις επιλογές της δεν βοηθούσαν σχεδόν καθόλου... Επιτάχυνε το βήμα της και μπήκε στο μικρό καφέ δίπλα από το βιβλιοπωλείο.Αν δεν ήταν και αυτό σίγουρα θα πάγωνε...Έριχνε έξω χιόνι και ακόμα και οι ανάσες γίνονταν παγάκια ...Ένας από τους πιο κρύους χειμώνες όλων των εποχων έλεγαν οι μετεωρολόγοι,οι οικολόγοι γκρίνιαζαν για το φαινόμενο της αλλάγης του κλίματος...αλλά εκείνη το μόνο που την ένοιαζε ήταν ότι για μια ακόμη μέρα θα ξεπάγιαζε μέσα στο κρύο βιβλιοπωλείο και χωρίς μια καυτή σοκολάτα και ένα ντόνατ θα έπεφτε κάτω ...
Το κουδουνάκι της εισόδου ανήγγειλε την αφιξή της και έστρεψε τα βλέμματα των λιγοστών πελατών πάνω της...Ένιωσε αμήχανα κάθως πλησίαζε προς την κοπέλα που ήταν πίσω από την μπάρα...
- Καλημέρα Αλεκάκι.Φτιάξε μου μια ζεστή σοκολάτα και τυλιξέ μου και ένα ντόνατ με λευκή σοκολάτα... είπε με το πιο γλυκό της χαμόγελο...
- Good morning!!!Τι έγινε Ελπιδάκι κοιμηθήκαμε καλά ή είχαμε επισκέψεις πάλι από τον άγνωστο αγαπημένο?είπε χασκογελώντας η ιδιοκτήτρια του καφέ...
Η Ελπίδα δεν ήξερε που να κρύψει το κεφάλι της ...Ένας θαμώνας που καθόταν 1 μέτρο πιο πέρα μαλλόν είχε ακούσει και έιχε στήσει αυτί...Πάλι ξεφτιλα έγινε.Αλλά δεν έφταιγε αυτή αλλά το μεγάλο της στόμα που ένα πρωί είχε ξεράσει τα πάντα περί ονείρων!Τώρα λούσου το Ελπιδάκι!
- Καλά,καλά μην φωνάζεις...Μας κοιτάνε – της είπε χαμηλόφωνα-άσε μας ρε δεν φτάνει που όλη μέρα ξεπατώνομαι στην δουλεια,στην σχολή,στο διάβασμα αντί να ξεκουραστώ στον ύπνο ταράζομαι!Αμαν πια με αυτά τα παιχνίδια του μυαλού μου!Θα αρχίσω να πέρνω υπνωτικά μήπως και κλείσω κάνα μάτι! - είπε μισα-σοβαρά μισά-αστεία η Ελπίδα – και να έχει και κανένα νόημα.Κάποιος μου λέει για μια αντίστροφη μέτρηση.Άντε βγάλε συμπέρασμα!
- Εγώ αγαπούλα μου- είπε γελώντας η Αλέκα – ξέρω το χρειάζεσαι...Έναν άντρα γιατί...Αντέ πάρε την σοκολάτα σου και το ντόνατ σου και καλή δουλειά...
Η Ελπίδα πήρε το καυτό ποτήρι και το πιατάκι και ξεκίνησε να ανοίξει το βιβλιοπωλείο.Τι να απαντήσει πριν?Μήπως είχε άδικο η κοπέλα.Δύο χρόνια στην Αθήνα και δεν είχε ούτε ένα φλερτ.Αλλά και που να προλάβει?Από το πρωί μέχρι το απόγευμα ήταν στο βιβλιοπωλείο,μετά μάθημα στην σχολή δημοσιογραφίας που φοιτούσε και το βράδυ μέλετη.
- Ετσι όπως είναι η ζωή Ελπιδάκι αν δεν διαβάσεις,δεν δουλέψεις θα πάνε όλα χαμένα...και μετά κλάφτα Χαράλαμπε,μονολόγησε.
«Μικρούλα μου κοίτα με στα μάτια και πάρε μια απόφαση.Δεν θα περιμενω ακόμα για πολύ!Τ’ακούς?Νερό είναι ο χρόνος και κυλάει ανάμεσα στα δάχτυλα σου.Η τελευταία σταγόνα πλησιάζει,μ’ακούς αγαπούλα?»
Ο άγνωστος άντρας απομακρύνθηκε μέσα στο σκοτάδι και ξαφνικά άρχισε να βρέχει.Οι σταγόνες κυλούσαν στο προσωπό της μαζί με τα δακρυά της...Δάκρυα χαρμολύπης...Λύπης γιατί ο άντρας έφευγε, χαράς γιατί είχε νιώσει μέσα της...Και το να αισθάνεσαι είναι γιορτή...Η αντίστροφη μέτρηση όμως είχε αρχίσει.
Ντριννννν........
Το ξυπνητήρι χτυπούσε μανιασμένα.Η Ελπίδα έτριψε τα μάτια της και μεταφέρθηκε από την χώρα του ονείρου στην κρύα πραγματικότητα.Και πραγματικά ήταν πολύ κρύα.Αρχές Ιανουαρίου και το χιονόνερο έκανε ακόμα και ανάσες να παγώσουν.
- Θεούλη μου,γιατί πρέπει να ξυπνάω τέτοιες βάρβαρες ώρες?-άρχισε να μουρμουράει.
Αλλά έπρεπε να σηκωθεί από το κρεββάτι της και γρήγορα αλλιώς θα αργούσε ...
Μπήκε στο μπάνιο,και μηχανικά άρχισε να ετοιμάζεται...Κινήσεις που έκανε κάθε μέρα τα τελευταία 20 χρόνια.Ντύθηκε και αφησε πίσω της το μικρό δυαράκι της οδού Πουλχερίας στα Εξάρχεια.Δύο χρόνια στην Αθήνα έκανε αυτή την διαδρομή καθημερινα.Δούλευε σε ένα μικρό βιβλιοπωλείο της οδού Σολωμού και έτσι οι γκρίζοι δρόμοι της Αθήνας ήταν το σκηνικό της ζωής της, η επιλογή της στο κάτω-κάτω ...
Οι γονείς της αντίθετοι με τις επιλογές της δεν βοηθούσαν σχεδόν καθόλου... Επιτάχυνε το βήμα της και μπήκε στο μικρό καφέ δίπλα από το βιβλιοπωλείο.Αν δεν ήταν και αυτό σίγουρα θα πάγωνε...Έριχνε έξω χιόνι και ακόμα και οι ανάσες γίνονταν παγάκια ...Ένας από τους πιο κρύους χειμώνες όλων των εποχων έλεγαν οι μετεωρολόγοι,οι οικολόγοι γκρίνιαζαν για το φαινόμενο της αλλάγης του κλίματος...αλλά εκείνη το μόνο που την ένοιαζε ήταν ότι για μια ακόμη μέρα θα ξεπάγιαζε μέσα στο κρύο βιβλιοπωλείο και χωρίς μια καυτή σοκολάτα και ένα ντόνατ θα έπεφτε κάτω ...
Το κουδουνάκι της εισόδου ανήγγειλε την αφιξή της και έστρεψε τα βλέμματα των λιγοστών πελατών πάνω της...Ένιωσε αμήχανα κάθως πλησίαζε προς την κοπέλα που ήταν πίσω από την μπάρα...
- Καλημέρα Αλεκάκι.Φτιάξε μου μια ζεστή σοκολάτα και τυλιξέ μου και ένα ντόνατ με λευκή σοκολάτα... είπε με το πιο γλυκό της χαμόγελο...
- Good morning!!!Τι έγινε Ελπιδάκι κοιμηθήκαμε καλά ή είχαμε επισκέψεις πάλι από τον άγνωστο αγαπημένο?είπε χασκογελώντας η ιδιοκτήτρια του καφέ...
Η Ελπίδα δεν ήξερε που να κρύψει το κεφάλι της ...Ένας θαμώνας που καθόταν 1 μέτρο πιο πέρα μαλλόν είχε ακούσει και έιχε στήσει αυτί...Πάλι ξεφτιλα έγινε.Αλλά δεν έφταιγε αυτή αλλά το μεγάλο της στόμα που ένα πρωί είχε ξεράσει τα πάντα περί ονείρων!Τώρα λούσου το Ελπιδάκι!
- Καλά,καλά μην φωνάζεις...Μας κοιτάνε – της είπε χαμηλόφωνα-άσε μας ρε δεν φτάνει που όλη μέρα ξεπατώνομαι στην δουλεια,στην σχολή,στο διάβασμα αντί να ξεκουραστώ στον ύπνο ταράζομαι!Αμαν πια με αυτά τα παιχνίδια του μυαλού μου!Θα αρχίσω να πέρνω υπνωτικά μήπως και κλείσω κάνα μάτι! - είπε μισα-σοβαρά μισά-αστεία η Ελπίδα – και να έχει και κανένα νόημα.Κάποιος μου λέει για μια αντίστροφη μέτρηση.Άντε βγάλε συμπέρασμα!
- Εγώ αγαπούλα μου- είπε γελώντας η Αλέκα – ξέρω το χρειάζεσαι...Έναν άντρα γιατί...Αντέ πάρε την σοκολάτα σου και το ντόνατ σου και καλή δουλειά...
Η Ελπίδα πήρε το καυτό ποτήρι και το πιατάκι και ξεκίνησε να ανοίξει το βιβλιοπωλείο.Τι να απαντήσει πριν?Μήπως είχε άδικο η κοπέλα.Δύο χρόνια στην Αθήνα και δεν είχε ούτε ένα φλερτ.Αλλά και που να προλάβει?Από το πρωί μέχρι το απόγευμα ήταν στο βιβλιοπωλείο,μετά μάθημα στην σχολή δημοσιογραφίας που φοιτούσε και το βράδυ μέλετη.
- Ετσι όπως είναι η ζωή Ελπιδάκι αν δεν διαβάσεις,δεν δουλέψεις θα πάνε όλα χαμένα...και μετά κλάφτα Χαράλαμπε,μονολόγησε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου